Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακοστολόγηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη εκ νέου κοστολόγηση Βικιλεξικό
    • Εμπλοκή παρουσιάστηκε στην εκταμίευση της υποδόσης του 1 δισ. ευρώ, καθώς παραμένει μια εκκρεμότητα στο θέμα της ανακοστολόγησης των διαγνωστικών εξετάσεων. (*)

Ετυμολογία

ανακοστολόγηση < ανακοστολογώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανακοστολόγησηανακοστολογήσεις
Γενικήανακοστολόγησηςανακοστολογήσεων
Αιτιατικήανακοστολόγησηανακοστολογήσεις
Κλητικήανακοστολόγησηανακοστολογήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →