ανακουφίζομαι
•
- ανακουφίζω ο ίδιος τον εαυτό μου ή με ανακουφίζει άλλος Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάνω τη σωματική μου ανάγκη, αποπατώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακουφίζομαι < αρχαία ελληνική ἀνακουφίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακουφίζομαι | ανακουφίζεσαι | ανακουφίζεται | ανακουφιζόμαστε | ανακουφίζεστε | ανακουφίζονται |
| Παρατατικός | ανακουφιζόμουν / ανακουφιζόμουνα | ανακουφιζόσουν / ανακουφιζόσουνα | ανακουφιζόταν / ανακουφιζότανε | ανακουφιζόμασταν / ανακουφιζόμαστε | ανακουφιζόσασταν / ανακουφιζόσαστε | ανακουφίζονταν / ανακουφιζόντουσαν |
| Αόριστος | ανακουφίστηκα | ανακουφίστηκες | ανακουφίστηκε | ανακουφιστήκαμε | ανακουφιστήκατε | ανακουφίστηκαν / ανακουφιστήκαν / ανακουφιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ανακουφίζομαι / θα ανακουφιστώ | θα ανακουφίζεσαι / θα ανακουφιστείς | θα ανακουφίζεται / θα ανακουφιστεί | θα ανακουφιζόμαστε / θα ανακουφιστούμε | θα ανακουφίζεστε / θα ανακουφιστείτε | θα ανακουφίζονται / θα ανακουφιστούν / θα ανακουφιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακουφιστεί | έχεις ανακουφιστεί | έχει ανακουφιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακουφιστεί | είχες ανακουφιστεί | είχε ανακουφιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακουφιστεί / να ανακουφίζομαι / να ανακουφιστώ | να έχεις ανακουφιστεί / να ανακουφίζεσαι / να ανακουφιστείς | να έχει ανακουφιστεί / να ανακουφίζεται / να ανακουφιστεί | να ανακουφιζόμαστε / να ανακουφιστούμε | να ανακουφίζεστε / να ανακουφιστείτε | να ανακουφίζονται / να ανακουφιστούν / να ανακουφιστούνε |
| Προστακτική | — | ανακουφίζου / ανακουφίσου | — | — | ανακουφίζεστε / ανακουφιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →