Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακουφιστήριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοτο αποχωρητήριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανακουφιστήριο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνακουφιστήριον < ἀνακουφ(ίζω) + -τήριον, λέξη πλασθείσα κατ' ευφημισμό, μαρτυρείται από το 1892 στον πληθυντικό αριθμό (ἀνακουφιστήρια) στην αθηναϊκή εφημερίδα Ἀκρόπολις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανακουφιστήριοανακουφιστήρια
Γενικήανακουφιστήριου / ανακουφιστηρίουανακουφιστηρίων
Αιτιατικήανακουφιστήριοανακουφιστήρια
Κλητικήανακουφιστήριοανακουφιστήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →