Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακουφιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παρέχει ή προκαλεί ανακούφιση Βικιλεξικό
  2. αρχιτεκτονικήπου συμβάλλει στη σωστή κατανομή των βαρών μιας κατασκευής και την ενισχύει Βικιλεξικό
    • Το γεφύρι αποτελείται από τέσσερις μεγάλες καμάρες και τρεις μικρότερες. Οι καμάρες έχουν διαφορετικές μεταξύ τους διαμέτρους, που του προσδίδουν μια γοητευτική ασυμμετρία. Οι καμάρες στηρίζονται πάνω σε ποδαρικά. Πάνω από τα ποδαρικά υπάρχουν μικρά τοξωτά ανοίγματα στους τοίχους, που ελαφρύνουν το βάρος του γεφυριού και λειτουργούν ως ανακουφιστικές οπές, που επιτρέπουν τη διέλευση από μέσα τους μεγάλης ποσότητας νερού, σε περίπτωση υπερεκχείλισης του ποταμού. (*)

Ετυμολογία

ανακουφιστικός < ανακουφίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανακουφιστικόςανακουφιστικήανακουφιστικό
Γενικήανακουφιστικούανακουφιστικήςανακουφιστικού
Αιτιατικήανακουφιστικόανακουφιστικήανακουφιστικό
Κλητικήανακουφιστικέανακουφιστικήανακουφιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανακουφιστικοίανακουφιστικέςανακουφιστικά
Γενικήανακουφιστικώνανακουφιστικώνανακουφιστικών
Αιτιατικήανακουφιστικούςανακουφιστικέςανακουφιστικά
Κλητικήανακουφιστικοίανακουφιστικέςανακουφιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →