ανακούρκουδα
•
- οικείοσε στάση με βαθύ κάθισμα, όπου τα γόνατα είναι λυγισμένα και η στήριξη του σώματος είναι συνήθως από τα δάκτυλα των ποδιών Βικιλεξικό
- Οι γυναίκες, καθισμένες ανακούρκουδα, κάτι κοπανίζανε σε μεγάλα πέτρινα γουδιά. (Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (1988) Από την άλλη όχθη του χρόνου [μυθιστόρημα])
- οικείοοκλαδόν Βικιλεξικό
- ιδιωματικόπέφτοντας ανάποδα και με το κεφάλι, ανάκυρτα, ανάσκελα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακούρκουδα < μεσαιωνική ελληνική ἀνακούρκουδα < ελληνιστική κοινή κλωκυδά < ὀκλαδόν < αρχαία ελληνική ὀκλάζω < κλάω / κλῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →