ανακριτική
•
- νομικός όροςεπιμέρους επιστήμη της εγκληματολογίας με αντικείμενο τις ενέργειες των ανακριτικών αρχών για τη βεβαίωση αξιόποινης πράξης ή πρόληψης αυτής, την ανακάλυψη του δράστη ή δραστών και τη συλλογή του απαραίτητου αποδεικτικού υλικού για την προσαγωγή σε δίκη Βικιλεξικό
- η ανακριτική επιτροπή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακριτική, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ανακριτικός (εννοείται η ανακριτική τέχνη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακριτική | ανακριτικές |
| Γενική | ανακριτικής | ανακριτικών |
| Αιτιατική | ανακριτική | ανακριτικές |
| Κλητική | ανακριτική | ανακριτικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →