ανακριτικός
•
- ο σχετικός με την ανάκριση Βικιλεξικό
- Οι ανακριτικές μέθοδοι
- εκείνος ή εκείνη που άτοπα και άκαιρα, χωρίς να το νομιμοποιούν οι συνθήκες, ρωτά να πληροφορηθεί για κάτι με τρόπο αυστηρό, απαιτητικό ή και οργίλο Βικιλεξικό
- Μη γίνεσαι ανακριτικός όταν συζητάς με το παιδί!
Ετυμολογία
ανακριτικός < ανακριτής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακριτικός | ανακριτική | ανακριτικό |
| Γενική | ανακριτικού | ανακριτικής | ανακριτικού |
| Αιτιατική | ανακριτικό | ανακριτική | ανακριτικό |
| Κλητική | ανακριτικέ | ανακριτική | ανακριτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακριτικοί | ανακριτικές | ανακριτικά |
| Γενική | ανακριτικών | ανακριτικών | ανακριτικών |
| Αιτιατική | ανακριτικούς | ανακριτικές | ανακριτικά |
| Κλητική | ανακριτικοί | ανακριτικές | ανακριτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →