Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακριτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την ανάκριση Βικιλεξικό
    • Οι ανακριτικές μέθοδοι
  2. εκείνος ή εκείνη που άτοπα και άκαιρα, χωρίς να το νομιμοποιούν οι συνθήκες, ρωτά να πληροφορηθεί για κάτι με τρόπο αυστηρό, απαιτητικό ή και οργίλο Βικιλεξικό
    • Μη γίνεσαι ανακριτικός όταν συζητάς με το παιδί!

Ετυμολογία

ανακριτικός < ανακριτής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανακριτικόςανακριτικήανακριτικό
Γενικήανακριτικούανακριτικήςανακριτικού
Αιτιατικήανακριτικόανακριτικήανακριτικό
Κλητικήανακριτικέανακριτικήανακριτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανακριτικοίανακριτικέςανακριτικά
Γενικήανακριτικώνανακριτικώνανακριτικών
Αιτιατικήανακριτικούςανακριτικέςανακριτικά
Κλητικήανακριτικοίανακριτικέςανακριτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →