ανακρούω
•
- υποχωρώ, οπισθοχωρώ Βικιλεξικό
- Η κυβέρνηση ανέκρουσε πρύμναν μετά το σάλο με τα λάθη στον φόρο ακινήτων
- για πλωτό μέσο, φεύγω με την όπισθεν, οπισθοχωρώ, όπως ήρθα-έφυγα Βικιλεξικό
- Μόλις πήγε να δέσει στο λιμάνι, ανέκρουσε πρύμναν, γιατί οι κάτοικοι του νησιού δεν του επέτρεψαν να αγκυροβολήσει στο λιμάνι τους, απαιτώντας από το υπουργείο καράβι μικρότερης ηλικίας για το νησί τους
- μουσικήεκτελώ ένα έργο μουσικής Βικιλεξικό
- μέλη της Φιλαρμονικής του Δήμου Σύρου – Ερμούπολης ανέκρουσαν πένθιμο άσμα
- Η “Φιλαρμονική Μάντζαρος” ήταν εκείνη που ανέκρουσε τον Εθνικό Ύμνο
Ετυμολογία
ανακρούω < αρχαία ελληνική ἀνακρούω
Άλλοι τύποι
ανέκρουαανέκρουσαανακρούονταςανακρούσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →