ανακτοβούλιο
•
- το συμβούλιο του βασιλιά σε περίοδο απόλυτης μοναρχίας, που συχνά είχε και νομοθετικές κι εκτελεστικές εξουσίες, αναφέρεται και ως μυστικοσυμβούλιο Βικιλεξικό
- το γραφείο όπου συνεδρίαζαν οι σύμβουλοι του βασιλιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακτοβούλιο < ανακτ- (< άναξ) + βουλ- (< βουλεύω) + -ιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακτοβούλιο | ανακτοβούλια |
| Γενική | ανακτοβουλίου / ανακτοβούλιου | ανακτοβουλίων |
| Αιτιατική | ανακτοβούλιο | ανακτοβούλια |
| Κλητική | ανακτοβούλιο | ανακτοβούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →