ανακυκλωμένος
•
- που έχει υποστεί ανακύκλωση Βικιλεξικό
- που προέρχεται από ανακύκλωση Βικιλεξικό
- Χυτήριο για τη δημιουργία κολώνων αλουμινίου από πρωτόχυτο ή δευτερόχυτο (ανακυκλωμένο) αλουμίνιο (Η ελληνική πολυεθνική με 30 χρόνια εντυπωσιακής ανάπτυξης, εφημ. Καθημερινή, 05/06/2019 https://www.kathimerini.gr/economy/business/1026658/i-elliniki-polyethniki-me-30-chronia-entyposiakis-anaptyxis/)
Ετυμολογία
ανακυκλωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ανακυκλώνω
Άλλοι τύποι
ανακυκλωμέναανακυκλωμένεανακυκλωμένεςανακυκλωμένηανακυκλωμένηςανακυκλωμένοανακυκλωμένοιανακυκλωμένοςανακυκλωμένουανακυκλωμένουςανακυκλωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →