ανακυκλώνω
•
- επαναλαμβάνω, μεταφέρω μια είδηση, μια συνήθεια, μια φράση, μια τάση χωρίς να την επεξεργαστώ, μιμητικά, τη διαιωνίζω και την παγιώνω, την εδραιώνω χωρίς να της αξίζει Βικιλεξικό
- κάνω ή λέω τα ίδια και τα ίδια, κλωθογυρίζω χωρίς να ξεφεύγω από ένα φαύλο κύκλο, ξαναγυρίζω στο ίδιο σημείο Βικιλεξικό
- δεν καταστρέφω κάτι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ως έχει είτε με επεξεργασία και το προωθώ για ανακύκλωση Βικιλεξικό
- παρωχημένοπερικυκλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακυκλώνω < αρχαία ελληνική ἀνακυκλόω-ἀνακυκλῶ (ίσως και ἀνακυκλέω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακυκλώνω | ανακυκλώνεις | ανακυκλώνει | ανακυκλώνουμε | ανακυκλώνετε | ανακυκλώνουν / ανακυκλώνουνε |
| Παρατατικός | ανακύκλωνα | ανακύκλωνες | ανακύκλωνε | ανακυκλώναμε | ανακυκλώνατε | ανακυκλώναν / ανακυκλώνανε / ανακύκλωναν |
| Αόριστος | ανακύκλωσα | ανακύκλωσες | ανακύκλωσε | ανακυκλώσαμε | ανακυκλώσατε | ανακυκλώσαν / ανακυκλώσανε / ανακύκλωσαν |
| Μέλλοντας | θα ανακυκλώνω / θα ανακυκλώσω | θα ανακυκλώνεις / θα ανακυκλώσεις | θα ανακυκλώνει / θα ανακυκλώσει | θα ανακυκλώνουμε / θα ανακυκλώσουμε | θα ανακυκλώνετε / θα ανακυκλώσετε | θα ανακυκλώνουν / θα ανακυκλώνουνε / θα ανακυκλώσουν / θα ανακυκλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακυκλώσει | έχεις ανακυκλώσει | έχει ανακυκλώσει | έχουμε ανακυκλώσει | έχετε ανακυκλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακυκλώσει | είχες ανακυκλώσει | είχε ανακυκλώσει | είχαμε ανακυκλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακυκλώσει / να ανακυκλώνω / να ανακυκλώσω | να έχεις ανακυκλώσει / να ανακυκλώνεις / να ανακυκλώσεις | να έχει ανακυκλώσει / να ανακυκλώνει / να ανακυκλώσει | να έχουμε ανακυκλώσει / να ανακυκλώνουμε / να ανακυκλώσουμε | να έχετε ανακυκλώσει / να ανακυκλώνετε / να ανακυκλώσετε | να ανακυκλώνουν / να ανακυκλώνουνε / να ανακυκλώσουν / να ανακυκλώσουνε |
| Προστακτική | — | ανακύκλωνε / ανακύκλωσε | — | — | ανακυκλώνετε / ανακυκλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →