ανακόλουθος
•
- που δεν έχει ειρμό, συνέπεια, ευγενικός χαρακτηρισμός του ασυνάρτητου ή εκείνου που φάσκει και αντιφάσκει, που τα επιχειρήματά του δεν είναι και πολύ στέρεα προκειμένου να δικαιολογήσει μια αντιφατική του δήλωση Βικιλεξικό
- Αφού θέλεις να πάμε στο νησί 10 μέρες, επειδή μας χρειάζονται διακοπές, πώς λες να χαλάσουμε τα χρήματα των διακοπών για καινούργια ντουλάπια; Γίνεσαι ανακόλουθη
- ανακόλουθο σχήμα στον προφορικό λόγο ή στη γραφή είναι εκείνο που δεν ακολουθεί αυστηρά τους συντακτικούς κανόνες και που μπορεί όμως να εκφράζει το ύφος του συγγραφέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακόλουθος < (ελληνιστική κοινή) ἀνακόλουθος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακόλουθος | ανακόλουθη | ανακόλουθο |
| Γενική | ανακόλουθου | ανακόλουθης | ανακόλουθου |
| Αιτιατική | ανακόλουθο | ανακόλουθη | ανακόλουθο |
| Κλητική | ανακόλουθε | ανακόλουθη | ανακόλουθο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακόλουθοι | ανακόλουθες | ανακόλουθα |
| Γενική | ανακόλουθων | ανακόλουθων | ανακόλουθων |
| Αιτιατική | ανακόλουθους | ανακόλουθες | ανακόλουθα |
| Κλητική | ανακόλουθοι | ανακόλουθες | ανακόλουθα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →