Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακόλουθος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ειρμό, συνέπεια, ευγενικός χαρακτηρισμός του ασυνάρτητου ή εκείνου που φάσκει και αντιφάσκει, που τα επιχειρήματά του δεν είναι και πολύ στέρεα προκειμένου να δικαιολογήσει μια αντιφατική του δήλωση Βικιλεξικό
    • Αφού θέλεις να πάμε στο νησί 10 μέρες, επειδή μας χρειάζονται διακοπές, πώς λες να χαλάσουμε τα χρήματα των διακοπών για καινούργια ντουλάπια; Γίνεσαι ανακόλουθη
  2. ανακόλουθο σχήμα στον προφορικό λόγο ή στη γραφή είναι εκείνο που δεν ακολουθεί αυστηρά τους συντακτικούς κανόνες και που μπορεί όμως να εκφράζει το ύφος του συγγραφέα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανακόλουθος < (ελληνιστική κοινή) ἀνακόλουθος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανακόλουθοςανακόλουθηανακόλουθο
Γενικήανακόλουθουανακόλουθηςανακόλουθου
Αιτιατικήανακόλουθοανακόλουθηανακόλουθο
Κλητικήανακόλουθεανακόλουθηανακόλουθο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανακόλουθοιανακόλουθεςανακόλουθα
Γενικήανακόλουθωνανακόλουθωνανακόλουθων
Αιτιατικήανακόλουθουςανακόλουθεςανακόλουθα
Κλητικήανακόλουθοιανακόλουθεςανακόλουθα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →