ανακόπτω
•
- αναχαιτίζω, συγκρατώ, προσπαθώ να μειώσω την ταχύτητα με την οποία πορεύεται κάποιος-κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακόπτω < αρχαία ελληνική ἀνακόπτω
Άλλοι τύποι
ανέκοπταανέκοψαανακόπτομαιανακόπτονταςανακόψω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →