ανακύψιμος
•
- που μπορεί να ανακύψει, να προέλθει από σύνθεση συστατικών Βικιλεξικό
- που προκύπτει από (πιο ορθά: ανακύπτων) ή συμβάλλει στην ανάκυψη (πιο ορθά: συστατικό της ανάκυψης) (πχ. ιδιότητα, αναδιοργάνωση, συμμετρία, αρμονία κτλ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακύψιμος, -η, -ο < ανάκυψη + -ιμος, -ιμη, -ιμο
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακύψιμος | ανακύψιμη | ανακύψιμο |
| Γενική | ανακύψιμου | ανακύψιμης | ανακύψιμου |
| Αιτιατική | ανακύψιμο | ανακύψιμη | ανακύψιμο |
| Κλητική | ανακύψιμε | ανακύψιμη | ανακύψιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακύψιμοι | ανακύψιμες | ανακύψιμα |
| Γενική | ανακύψιμων | ανακύψιμων | ανακύψιμων |
| Αιτιατική | ανακύψιμους | ανακύψιμες | ανακύψιμα |
| Κλητική | ανακύψιμοι | ανακύψιμες | ανακύψιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →