Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλήθεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κάπως ηπιότερη λέξη για το ψέμα, αυτό που δεν αληθεύει, που συνιστά ψεύδος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναλήθεια < (ελληνιστική κοινή) ἀναληθής < α στερητικό και ἀληθής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναλήθειααναλήθειες
Γενικήαναλήθειαςαναληθειών
Αιτιατικήαναλήθειααναλήθειες
Κλητικήαναλήθειααναλήθειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →