Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλαμπή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ξαφνική λάμψη μέσα στο σκοτάδι, απρόσμενο λαμποκόπημα, φεγγοβολή Βικιλεξικό
  2. ξαφνική και απρόσμενη βελτίωση (υγείας, μνήμης) Βικιλεξικό
    • Χάρηκα που μου μίλησε για ένα λεπτό λογικά, είπα "Αχ! Θα γίνει καλά! Θα της περάσει η άνοια κι ας λένε οι γιατροί πως αποκλείεται", αλλά αυτό δεν έγινε βέβαια, ήταν απλά η τελευταία αναλαμπή

Ετυμολογία

αναλαμπή < αναλάμπω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναλαμπήαναλαμπές
Γενικήαναλαμπήςαναλαμπών
Αιτιατικήαναλαμπήαναλαμπές
Κλητικήαναλαμπήαναλαμπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →