αναλαμπή
•
- ξαφνική λάμψη μέσα στο σκοτάδι, απρόσμενο λαμποκόπημα, φεγγοβολή Βικιλεξικό
- ξαφνική και απρόσμενη βελτίωση (υγείας, μνήμης) Βικιλεξικό
- Χάρηκα που μου μίλησε για ένα λεπτό λογικά, είπα "Αχ! Θα γίνει καλά! Θα της περάσει η άνοια κι ας λένε οι γιατροί πως αποκλείεται", αλλά αυτό δεν έγινε βέβαια, ήταν απλά η τελευταία αναλαμπή
Ετυμολογία
αναλαμπή < αναλάμπω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναλαμπή | αναλαμπές |
| Γενική | αναλαμπής | αναλαμπών |
| Αιτιατική | αναλαμπή | αναλαμπές |
| Κλητική | αναλαμπή | αναλαμπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →