Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναληθής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν ευσταθεί, δεν στέκει, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, που είναι ανυπόστατος Βικιλεξικό
    • Οι υπαρκτές, με αυτή την έννοια, πολιτικές διακρίσεις εκ μέρους της διοίκησης είτε εμφιλοχωρούν στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας είτε κρύβονται πίσω από αναληθή αιτιολογία πράξεων, τυγχάνουν πάντως δικαστικά ελέγξιμες, ενώ άλλοτε ούτε αυτό ήταν δεδομένο. (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003: από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΛΕΔΑ), εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 177)
  2. εσκεμμένα ψευδής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναληθής < μεταγενέστερη (ελληνιστική κοινή) ἀναληθής < α στερητικό με ανάπτυξη του ν και ἀληθής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναληθήςαναληθήςαναληθές
Γενικήαναληθούςαναληθούςαναληθούς
Αιτιατικήαναληθήαναληθήαναληθές
Κλητικήαναληθή / αναληθήςαναληθήςαναληθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναληθείςαναληθείςαναληθή
Γενικήαναληθώναναληθώναναληθών
Αιτιατικήαναληθείςαναληθείςαναληθή
Κλητικήαναληθείςαναληθείςαναληθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →