Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναληπτέος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που πρέπει να αναληφθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναληπτέος < αρχαία ελληνική ἀναληπτέον (ἐστί)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναληπτέοςαναληπτέααναληπτέο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →