αναλιώνω
•
- λαϊκότροποείμαι πολύ αδύνατος (από την πείνα, την αρρώστια, κ.α.), λιώνω Βικιλεξικό
- Λεημοσύνη γυρεύει ο άνθρωπος. Δεν τον βλέπετε που αναλιώνει σαν το μελισσοκέρι; (Αγέλαστη Άνοιξη, Μενέλαου Λουντέμη)
Ετυμολογία
αναλιώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →