Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλογίζομαι

ρήμα
•
  1. σκέφτομαι για κάτι σε βάθος εκτιμώντας συνήθως και επιπτώσεις Βικιλεξικό
  2. επανεξετάζω, ξανασκέφτομαι κάτι, συχνά με δέος ή άγχος, λογαριάζω, υπολογίζω όλες τις παραμέτρους, συνυπολογίζω όλους τους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν κάτι, σκέφτομαι σοβαρά κάτι Βικιλεξικό
    • Δεν παντρεύτηκε τελικά γιατί αναλογίστηκε τις ευθύνες
  3. ξαναθυμάμαι, αλλά συνήθως με κάποιο δέος και θαυμασμό, και όχι τόσο με τόση νοσταλγία, φέρνω στο νου μου Βικιλεξικό
    • Αναλογίζομαι καμιά φορά τα μικράτα μας στην κατοχή... Πώς τα έβγαλαν πέρα οι πατεράδες μας, οι μανάδες μας, εμείς; Τι εποχές κι αυτές...

Ετυμολογία

αναλογίζομαι < αρχαία ελληνική ἀναλογίζομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναλογίζομαιαναλογίζεσαιαναλογίζεταιαναλογιζόμαστεαναλογίζεστεαναλογίζονται
Παρατατικόςαναλογιζόμουν / αναλογιζόμουνααναλογιζόσουν / αναλογιζόσουνααναλογιζόταν / αναλογιζότανεαναλογιζόμασταν / αναλογιζόμαστεαναλογιζόσασταν / αναλογιζόσαστεαναλογίζονταν / αναλογιζόντουσαν
Αόριστοςαναλογίστηκααναλογίστηκεςαναλογίστηκεαναλογιστήκαμεαναλογιστήκατεαναλογίστηκαν / αναλογιστήκαν / αναλογιστήκανε
Μέλλονταςθα αναλογίζομαι / θα αναλογιστώθα αναλογίζεσαι / θα αναλογιστείςθα αναλογίζεται / θα αναλογιστείθα αναλογιζόμαστε / θα αναλογιστούμεθα αναλογίζεστε / θα αναλογιστείτεθα αναλογίζονται / θα αναλογιστούν / θα αναλογιστούνε
Παρακείμενοςέχω αναλογιστείέχεις αναλογιστείέχει αναλογιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αναλογιστείείχες αναλογιστείείχε αναλογιστεί———
Υποτακτικήνα έχω αναλογιστεί / να αναλογίζομαι / να αναλογιστώνα έχεις αναλογιστεί / να αναλογίζεσαι / να αναλογιστείςνα έχει αναλογιστεί / να αναλογίζεται / να αναλογιστείνα αναλογιζόμαστε / να αναλογιστούμενα αναλογίζεστε / να αναλογιστείτενα αναλογίζονται / να αναλογιστούν / να αναλογιστούνε
Προστακτική—αναλογίζου / αναλογίσου——αναλογίζεστε / αναλογιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →