αναλογικά
•
- με αναλογικό τρόπο, με σωστές αναλογίες Βικιλεξικό
- Πρέπει να το ζωγραφίσεις αναλογικά. Δεν μπορεί να έχει κεφάλι καρφίτσας και χέρια πίθηκου
- Κόψ' το αναλογικά. Μας δίνει έτοιμες τις διαστάσεις
- που διαμορφώνεται μιμούμενος κάτι άλλο, κατ' αναλογία με άλλο, σε αναλογία με Βικιλεξικό
- το καλύτερος ίσως πρέπει να γράφεται καλλίτερος από το "καλλίων", αλλά κυριαρχεί η άποψη ότι σχηματίστηκε αναλογικά προς τα παραθετικά σε -ύτερος των επιθέτων σε -υς
Ετυμολογία
αναλογικά < αναλογικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →