Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλογικά

/a.na.lo.ʝiˈka/επίρρημα
•
  1. με αναλογικό τρόπο, με σωστές αναλογίες Βικιλεξικό
    • Πρέπει να το ζωγραφίσεις αναλογικά. Δεν μπορεί να έχει κεφάλι καρφίτσας και χέρια πίθηκου
    • Κόψ' το αναλογικά. Μας δίνει έτοιμες τις διαστάσεις
  2. που διαμορφώνεται μιμούμενος κάτι άλλο, κατ' αναλογία με άλλο, σε αναλογία με Βικιλεξικό
    • το καλύτερος ίσως πρέπει να γράφεται καλλίτερος από το "καλλίων", αλλά κυριαρχεί η άποψη ότι σχηματίστηκε αναλογικά προς τα παραθετικά σε -ύτερος των επιθέτων σε -υς

Ετυμολογία

αναλογικά < αναλογικός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →