Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την αναλογία, κατ' αναλογία, ανάλογος Βικιλεξικό
    • αναλογικό εκλογικό σύστημα (αλλά το θηλυκό, αναλογική, είναι πλέον και ουσιαστικό)
    • Τα αναλογικά αριθμητικά (διπλάσιος, τριπλάσιος) δείχνουν πόσες φορές κάτι είναι μεγαλύτερο από κάποιο άλλο
  2. για σύστημα το οποίο παίρνει συνεχόμενες τιμές, δηλαδή οποιαδήποτε τιμή μέσα σε ένα διάστημα πραγματικών αριθμών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναλογικός < ανάλογ(ος) + -ικός < αρχαία ελληνική ἀνάλογος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλογικόςαναλογικήαναλογικό
Γενικήαναλογικούαναλογικήςαναλογικού
Αιτιατικήαναλογικόαναλογικήαναλογικό
Κλητικήαναλογικέαναλογικήαναλογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλογικοίαναλογικέςαναλογικά
Γενικήαναλογικώναναλογικώναναλογικών
Αιτιατικήαναλογικούςαναλογικέςαναλογικά
Κλητικήαναλογικοίαναλογικέςαναλογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →