Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλυμένος

/a.na.liˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν αναλύσει, που έχει αναλυθεί στα επί μέρους στοιχεία Βικιλεξικό
    • αναλυμένες παρτίδες σκακιού
    • το θέμα παρουσιάζεται αναλυμένο από ειδικούς
    • αναλυμένη συγχορδία σε αρπέζ

Ετυμολογία

αναλυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναλύω. Μορφολογικά αναλύεται σε ανα- λυμένος.

Άλλοι τύποι

αναλυμένααναλυμένεαναλυμένεςαναλυμένηαναλυμένηςαναλυμένοαναλυμένοιαναλυμένοςαναλυμένουαναλυμένουςαναλυμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →