αναλυμένος
•
- που τον έχουν αναλύσει, που έχει αναλυθεί στα επί μέρους στοιχεία Βικιλεξικό
- αναλυμένες παρτίδες σκακιού
- το θέμα παρουσιάζεται αναλυμένο από ειδικούς
- αναλυμένη συγχορδία σε αρπέζ
Ετυμολογία
αναλυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναλύω. Μορφολογικά αναλύεται σε ανα- λυμένος.
Άλλοι τύποι
αναλυμένααναλυμένεαναλυμένεςαναλυμένηαναλυμένηςαναλυμένοαναλυμένοιαναλυμένοςαναλυμένουαναλυμένουςαναλυμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →