αναλυτής
•
- επάγγελμαο ικανός ή κατάλληλος να αναλύσει ένα ειδικό θέμα Βικιλεξικό
- αναλυτής δημοσκοπήσεων
- στρατηγικός αναλυτής
- οικονομικός αναλυτής
- πολιτικός αναλυτής
- αναλυτής της CIA
- μηχάνημα που αναλύει δεδομένα Βικιλεξικό
- αναλυτής καυσαερίων
- αναλυτής φάσματος
- αναλυτής ούρων
Ετυμολογία
αναλυτής < αναλύ(ω) + -τής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική analyseur ή την αγγλική analyst
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναλυτής | αναλυτές |
| Γενική | αναλυτή | αναλυτών |
| Αιτιατική | αναλυτή | αναλυτές |
| Κλητική | αναλυτή | αναλυτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →