Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλυτικότερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι πιο σαφής, πιο αναλυτικός, πιο διεξοδικός, που αναλύει ένα ζήτημα περισσότερο, που συνοδεύεται πιθανά από περισσότερες λεπτομέρειες Βικιλεξικό
    • Θα μπορούσατε ίσως να γίνετε λίγο αναλυτικότερος ώστε να κατανοήσουμε πλήρως την άποψή σας;

Ετυμολογία

αναλυτικότερος < αναλυτικ-ότερος, συγκριτικός βαθμός του αναλυτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλυτικότεροςαναλυτικότερηαναλυτικότερο
Γενικήαναλυτικότερουαναλυτικότερηςαναλυτικότερου
Αιτιατικήαναλυτικότεροαναλυτικότερηαναλυτικότερο
Κλητικήαναλυτικότερεαναλυτικότερηαναλυτικότερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλυτικότεροιαναλυτικότερεςαναλυτικότερα
Γενικήαναλυτικότερωναναλυτικότερωναναλυτικότερων
Αιτιατικήαναλυτικότερουςαναλυτικότερεςαναλυτικότερα
Κλητικήαναλυτικότεροιαναλυτικότερεςαναλυτικότερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →