αναλύομαι
•
- για άψυχα με υλική υπόστασητέμνομαι σε μικρότερα μέρη, διαλύομαι στα συστατικά μου, κάποιοι αναζητούν τα συστατικά μου, με εξετάζουν ενδελεχώς Βικιλεξικό
- Το νερό αναλύθηκε και δεν βρέθηκε χλώριο
- Το δείγμα αίματος του ασθενούς δεν μπορούσε να αναλυθεί γιατί είχε υποστεί αιμόλυση
- για λέξεις, κείμενα, φαινόμενα κοινωνικά: με κάνουν πιο αναλυτικό, συχνά πιο σαφή, τέμνουν εμένα ή το νόημά μου σε μικρότερα και περισσότερα μέρη, με ερμηνεύουν, προσπαθούν να με ερμηνεύσουν Βικιλεξικό
- Το αναφορικό ό,τι αναλύεται σε αναφορική πρόταση
- Όλοι λένε πρέπει να αναλυθεί το αποτέλεσμα των εκλογών, και όλοι μετά συμπεραίνουν ό,τι θέλουνε, λες και ο καθένας ανέλυσε διαφορετικές εκλογές από τους άλλους
- για έμψυχαλιώνω, διαλύομαι, υπερβάλλω (παρωχημένο) εκτός από τη φράση: Βικιλεξικό
- αναλύθηκε σε λυγμούς (ξέσπασε σε έντονα κλάματα που τράνταζαν το κορμί)
- αναλύθηκε σε γόους
Ετυμολογία
αναλύομαι < παθητική φωνή του ρήματος αναλύω
Άλλοι τύποι
ααναλυθώαναλυμένοςαναλυόμουναναλύθηκααναλύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →