αναλύσιμος
•
- που μπορεί κάποιος να τον αναλύσει σε μικρότερες μονάδες Βικιλεξικό
- που μπορεί κάποιος να τον αναλύσει λεπτομερειακά και να τον ερμηνεύσει Βικιλεξικό
- στις κλινικές μελέτες τα αποτελέσματα πρέπει να είναι αναλύσιμα
- ...ο ειδικός διαπιστώνει ότι η ψύχωση είναι αναλύσιμη
Ετυμολογία
αναλύσιμος < (ελληνιστική κοινή) ἀναλύσιμος < αρχαία ελληνική ἀναλύω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναλύσιμος | αναλύσιμη | αναλύσιμο |
| Γενική | αναλύσιμου | αναλύσιμης | αναλύσιμου |
| Αιτιατική | αναλύσιμο | αναλύσιμη | αναλύσιμο |
| Κλητική | αναλύσιμε | αναλύσιμη | αναλύσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναλύσιμοι | αναλύσιμες | αναλύσιμα |
| Γενική | αναλύσιμων | αναλύσιμων | αναλύσιμων |
| Αιτιατική | αναλύσιμους | αναλύσιμες | αναλύσιμα |
| Κλητική | αναλύσιμοι | αναλύσιμες | αναλύσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →