αναμάσημα
•
- ξαναμάσημα, μηρυκασμός Βικιλεξικό
- Το αναμάσημα της τροφής
- μεταφορικάτο να λέει κάποιος τα ίδια και τα ίδια, να λέει τα ίδια με άλλα λόγια, να λέει τα ίδια λόγια, ουσιαστικά να επαναλαμβάνεται ακόμα κι αν χρησιμοποιεί άλλες λέξεις (συνήθης χρήση) Βικιλεξικό
- Στα τηλεοπτικά "παράθυρα" παρατηρείται ένα αναμάσημα και ταυτόσημων ειδήσεων αλλά και ταυτόσημου χειρισμού τους, ταυτόσημης πολιτικής
Ετυμολογία
αναμάσημα < αναμασώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναμάσημα | αναμασήματα |
| Γενική | αναμασήματος | αναμασημάτων |
| Αιτιατική | αναμάσημα | αναμασήματα |
| Κλητική | αναμάσημα | αναμασήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →