αναμαλλιάζω
•
- μεταβατικόανακατώνω τα μαλλιά Βικιλεξικό
- αμετάβατοανατριχιάζω Βικιλεξικό
- αμετάβατοβγάζω χνούδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναμαλλιάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναμαλλιάζω | αναμαλλιάζεις | αναμαλλιάζει | αναμαλλιάζουμε | αναμαλλιάζετε | αναμαλλιάζουν / αναμαλλιάζουνε |
| Παρατατικός | αναμάλλιαζα | αναμάλλιαζες | αναμάλλιαζε | αναμαλλιάζαμε | αναμαλλιάζατε | αναμάλλιαζαν / αναμαλλιάζαν / αναμαλλιάζανε |
| Αόριστος | αναμάλλιασα | αναμάλλιασες | αναμάλλιασε | αναμαλλιάσαμε | αναμαλλιάσατε | αναμάλλιασαν / αναμαλλιάσαν / αναμαλλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα αναμαλλιάζω / θα αναμαλλιάσω | θα αναμαλλιάζεις / θα αναμαλλιάσεις | θα αναμαλλιάζει / θα αναμαλλιάσει | θα αναμαλλιάζουμε / θα αναμαλλιάσουμε | θα αναμαλλιάζετε / θα αναμαλλιάσετε | θα αναμαλλιάζουν / θα αναμαλλιάζουνε / θα αναμαλλιάσουν / θα αναμαλλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναμαλλιάσει | έχεις αναμαλλιάσει | έχει αναμαλλιάσει | έχουμε αναμαλλιάσει | έχετε αναμαλλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναμαλλιάσει | είχες αναμαλλιάσει | είχε αναμαλλιάσει | είχαμε αναμαλλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναμαλλιάσει / να αναμαλλιάζω / να αναμαλλιάσω | να έχεις αναμαλλιάσει / να αναμαλλιάζεις / να αναμαλλιάσεις | να έχει αναμαλλιάσει / να αναμαλλιάζει / να αναμαλλιάσει | να έχουμε αναμαλλιάσει / να αναμαλλιάζουμε / να αναμαλλιάσουμε | να έχετε αναμαλλιάσει / να αναμαλλιάζετε / να αναμαλλιάσετε | να αναμαλλιάζουν / να αναμαλλιάζουνε / να αναμαλλιάσουν / να αναμαλλιάσουνε |
| Προστακτική | — | αναμάλλιαζε / αναμάλλιασε | — | — | αναμαλλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναμαλλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →