αναμειγνύω
•
- ανακατεύω υλικά στοιχεία (πχ διαφορετικά υγρά) Βικιλεξικό
- Πρέπει να τα αναμείξεις καλά - Πρέπει να αναμειχθούν καλά
- ανακατεύω κάποιον ή σε μια δυσάρεστη υπόθεση ή σε μια υπόθεση στην οποία δεν είχε φυσική θέση και αυτό προκαλεί με τη σειρά του δυσάρεστα επακόλουθα Βικιλεξικό
- Γιατί ανέμειξες τη μητέρα σου στα προσωπικά μας;
- Ο συμμαθητής του δυστυχώς τον ανέμειξε σε μια υπόθεση με κλεμμμένα μηχανάκια
- Οι ΗΠΑ αναμειγνύονται διαρκώς στο μεσανατολικό
Ετυμολογία
αναμειγνύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναμείγνυμι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναμειγνύω | αναμειγνύεις | αναμειγνύει | αναμειγνύουμε | αναμειγνύετε | αναμειγνύουν / αναμειγνύουνε |
| Παρατατικός | αναμείγνυα | αναμείγνυες | αναμείγνυε | αναμειγνύαμε | αναμειγνύατε | αναμείγνυαν / αναμειγνύαν / αναμειγνύανε |
| Αόριστος | ανάμειξα | ανάμειξες | ανάμειξε | αναμείξαμε | αναμείξατε | ανάμειξαν / αναμείξαν / αναμείξανε |
| Μέλλοντας | θα αναμείξω / θα αναμειγνύω | θα αναμείξεις / θα αναμειγνύεις | θα αναμείξει / θα αναμειγνύει | θα αναμείξουμε / θα αναμειγνύουμε | θα αναμείξετε / θα αναμειγνύετε | θα αναμείξουν / θα αναμείξουνε / θα αναμειγνύουν / θα αναμειγνύουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναμείξει | έχεις αναμείξει | έχει αναμείξει | έχουμε αναμείξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναμείξει | είχες αναμείξει | είχε αναμείξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναμείξει / να αναμείξω / να αναμειγνύω | να έχεις αναμείξει / να αναμείξεις / να αναμειγνύεις | να έχει αναμείξει / να αναμείξει / να αναμειγνύει | να έχουμε αναμείξει / να αναμείξουμε / να αναμειγνύουμε | να αναμείξετε / να αναμειγνύετε | να αναμείξουν / να αναμείξουνε / να αναμειγνύουν / να αναμειγνύουνε |
| Προστακτική | — | έχε αναμεμειγμένο / ανάμειξε / αναμείγνυε | — | — | αναμείξτε / αναμειγνύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναμειγνύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →