αναμεικτήρας
•
- μηχανικό εξάρτημα ανάμειξης υλικών Βικιλεξικό
- ειδική μηχανή ανάμειξης υλικών όπως π.χ. χρωμάτων και παραγωγής οποιασδήποτε απόχρωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναμεικτήρας < ανάμειξη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναμεικτήρας | αναμεικτήρες |
| Γενική | αναμεικτήρα | αναμεικτήρων |
| Αιτιατική | αναμεικτήρα | αναμεικτήρες |
| Κλητική | αναμεικτήρα | αναμεικτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →