αναμενόμενος
•
- που τον αναμένουμε, τον περιμένουμε Βικιλεξικό
- είναι αναμενόμενο : αναμένεται
Ετυμολογία
αναμενόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αναμένω, (απόδοση) αγγλική expected . Πρόθημα ανα-
Άλλοι τύποι
αναμενόμενααναμενόμενεαναμενόμενεςαναμενόμενηαναμενόμενηςαναμενόμενοαναμενόμενοιαναμενόμενοςαναμενόμενουαναμενόμενουςαναμενόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →