αναμερίζω
•
- λαϊκότροποαπομακρύνομαι από μια θέση που εμποδίζει τη διέλευση Βικιλεξικό
- λαϊκότροποαπομακρύνω κάτι από μια θέση, ώστε να μην έρθει σε επαφή με κάποιον ή κάτι άλλο Βικιλεξικό
- Ο νέος στράφηκε απότομα, αναμέρισε βίαια το μπράτσο, να μην τον αγγίξω. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
Ετυμολογία
αναμερίζω < ανα- + μέρ(ος) + -ίζω. Διαφορετικό στην ελληνιστική κοινή ἀναμερίζω (κατανέμω)
Άλλοι τύποι
αναμέρισααναμερίζομαιαναμερίστηκααναμερισμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →