αναμεταξύ
•
- χρονικόστο μεσοδιάστημα, εν τω μεταξύ, στο μεταξύ, από την πρώτη χρονική αναφορά μέχρι την επόμενη, από τότε μέχρι τώρα Βικιλεξικό
- Αποφασίσαμε κατά τις 10 να πάμε για σουβλάκι και μπυρίτσες και τηλεφωνήσαμε στο Σάκη να έρθει κι όλο χαρά ετοιμαστήκαμε να φύγουμε, αλλά αναμεταξύ νά σου, γυρνάει σπίτι η γυναίκα μου και λέει "θα σας φτιάξω μια πίτσα να κάτσετε μέσα να μην ξοδεύεστε"
- τοπικήμεταξύ δύο περιοχών (παρωχημένο) Βικιλεξικό
- μεταξύ δύο παραγόντων, κυρίως ανθρώπων Βικιλεξικό
- Ας τα βρούνε αναμεταξύ τους, μην ανακατεύεσαι
- Την ξέρω καλέ την Ξενοδίκη. Εμείς με τις φίλες μου, άμα τη δούμε στο δρόμο, Ξινοδίκη τη λέμε αναμεταξύ μας, μια ξινή είναι, μια ψηλομύτα, που περνιέται για πολύ σπουδαία (Σάκης Σερέφας, Τα μυστικά της Αθήνας – Τι λες κι εσύ, κυρ Σωκράτη;, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 25)
Ετυμολογία
αναμεταξύ < ἀναμεταξύ στην καθαρεύουσα και μεσαιωνική ελληνική και (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀνά και μεταξύ (μετά + ξύν)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →