αναμετρημένος
•
- που έχει αναμετρηθεί με κάτι (μετοχή που δεν χρησιμοποιείται συχνά, ίσως γιατί παραπέμπει στο μετρημένος, το συγκρατημένος, το λιγοστός, ενώ η αναμέτρηση προϋποθέτει σθένος και τόλμη. Χρησιμοποιείται αντί αυτής συνήθως η άκλιτη μετοχή π.χ. στη φράση αναμετρώντας τις δυνάμεις του) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναμετρημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αναμετρώ
Άλλοι τύποι
αναμετρημένααναμετρημένεαναμετρημένεςαναμετρημένηαναμετρημένηςαναμετρημένοαναμετρημένοιαναμετρημένοςαναμετρημένουαναμετρημένουςαναμετρημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →