Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναμετρημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει αναμετρηθεί με κάτι (μετοχή που δεν χρησιμοποιείται συχνά, ίσως γιατί παραπέμπει στο μετρημένος, το συγκρατημένος, το λιγοστός, ενώ η αναμέτρηση προϋποθέτει σθένος και τόλμη. Χρησιμοποιείται αντί αυτής συνήθως η άκλιτη μετοχή π.χ. στη φράση αναμετρώντας τις δυνάμεις του) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναμετρημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αναμετρώ

Άλλοι τύποι

αναμετρημένααναμετρημένεαναμετρημένεςαναμετρημένηαναμετρημένηςαναμετρημένοαναμετρημένοιαναμετρημένοςαναμετρημένουαναμετρημένουςαναμετρημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →