αναμισθώνω
•
- μισθώνω εκ νέου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναμισθώνω < ανα- + μισθώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναμισθώνω | αναμισθώνεις | αναμισθώνει | αναμισθώνουμε | αναμισθώνετε | αναμισθώνουν / αναμισθώνουνε |
| Παρατατικός | αναμίσθωνα | αναμίσθωνες | αναμίσθωνε | αναμισθώναμε | αναμισθώνατε | αναμίσθωναν / αναμισθώναν / αναμισθώνανε |
| Αόριστος | αναμίσθωσα | αναμίσθωσες | αναμίσθωσε | αναμισθώσαμε | αναμισθώσατε | αναμίσθωσαν / αναμισθώσαν / αναμισθώσανε |
| Μέλλοντας | θα αναμισθώνω / θα αναμισθώσω | θα αναμισθώνεις / θα αναμισθώσεις | θα αναμισθώνει / θα αναμισθώσει | θα αναμισθώνουμε / θα αναμισθώσουμε | θα αναμισθώνετε / θα αναμισθώσετε | θα αναμισθώνουν / θα αναμισθώνουνε / θα αναμισθώσουν / θα αναμισθώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναμισθώσει | έχεις αναμισθώσει | έχει αναμισθώσει | έχουμε αναμισθώσει | έχετε αναμισθώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναμισθώσει | είχες αναμισθώσει | είχε αναμισθώσει | είχαμε αναμισθώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναμισθώσει / να αναμισθώνω / να αναμισθώσω | να έχεις αναμισθώσει / να αναμισθώνεις / να αναμισθώσεις | να έχει αναμισθώσει / να αναμισθώνει / να αναμισθώσει | να έχουμε αναμισθώσει / να αναμισθώνουμε / να αναμισθώσουμε | να έχετε αναμισθώσει / να αναμισθώνετε / να αναμισθώσετε | να αναμισθώνουν / να αναμισθώνουνε / να αναμισθώσουν / να αναμισθώσουνε |
| Προστακτική | — | αναμίσθωνε / αναμίσθωσε | — | — | αναμισθώνετε / αναμισθώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →