Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναμορφωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για άνθρωποπου αναμορφώνει, μεταρρυθμίζει, που έχει την τάση να αλλάζει τα πράγματα και που συχνά κάνει τις σκέψεις του και πράξη, υλοποιώντας την αναμόρφωση που είχε κατά νου Βικιλεξικό
  2. που έχει την ιδιότητα να αναμορφώνει Βικιλεξικό
    • αναμορφωτικά προγράμματα

Ετυμολογία

αναμορφωτικός < αναμορφώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναμορφωτικόςαναμορφωτικήαναμορφωτικό
Γενικήαναμορφωτικούαναμορφωτικήςαναμορφωτικού
Αιτιατικήαναμορφωτικόαναμορφωτικήαναμορφωτικό
Κλητικήαναμορφωτικέαναμορφωτικήαναμορφωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναμορφωτικοίαναμορφωτικέςαναμορφωτικά
Γενικήαναμορφωτικώναναμορφωτικώναναμορφωτικών
Αιτιατικήαναμορφωτικούςαναμορφωτικέςαναμορφωτικά
Κλητικήαναμορφωτικοίαναμορφωτικέςαναμορφωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →