αναμόρφωση
•
- ριζική αλλαγή ή προσπάθεια για ριζική αλλαγή σε συμπεριφορές Βικιλεξικό
- μεγάλη αλλαγή σε εγκαταστάσεις, χώρους, ανάπλαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναμόρφωση < αναμορφώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναμόρφωση | αναμορφώσεις |
| Γενική | αναμόρφωσης | αναμορφώσεων |
| Αιτιατική | αναμόρφωση | αναμορφώσεις |
| Κλητική | αναμόρφωση | αναμορφώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →