Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανανέωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το ξανάνιωμα, η νέα ζωντάνια Βικιλεξικό
    • Ο αέρας του βουνού σε ανανεώνει
  2. η επιβεβαίωση μιας υπόσχεσης εκ νέου, σε συμπεφωνημένα τακτά χρονικά διαστήματα, η παράταση Βικιλεξικό
    • Δεν κάναμε ακόμα ανανέωση στο συμβόλαιο του σπιτιού
    • Το διαβατήριο/η άδεια οδηγησης/το συμβόλαιο της ασφαλιστικής χρειάζεται ανανέωση
  3. αντικατάσταση του παλιού με ένα νέο, φρέσκο, καινούργιο, μοντέρνο Βικιλεξικό
    • Ανοιξε τα παράθυρα γιατί ο αέρας εδώ μέσα χρειάζεται και λίγη ανανέωση με τόσα τσιγάρα που καπνίζουμε
    • Το σαλόνι χρειάζεται ανανέωση. Μόλις βρούμε λεφτά να βάλουμε ένα πιο μοντέρνο καναπέ, να πάρουμε άλλο χαλί και να πετάξουμε επιτέλους τον πίνακα που νόμιζες στα νιάτα μας ότι ήταν ευκαιρία στο Μοναστηράκι

Ετυμολογία

ανανέωση < αρχαία ελληνική ἀνανέωσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανανέωσηανανεώσεις
Γενικήανανέωσηςανανεώσεων
Αιτιατικήανανέωσηανανεώσεις
Κλητικήανανέωσηανανεώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →