ανανέωτος
•
- σπάνιοπου δεν μπορεί να ανανεωθεί, που δεν μπορεί να επισκευαστεί (Χρειάζεται πηγή) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανανέωτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνανέωτος («γλώσσα» όψιμης ...? καταγεγραμμένη πριν το 1572.. Μορφολογικά αναλύεται σε ἀνα- (ανα- στερητικό) + αρχαία ελληνική νεῶ (νεόω) (κάνω νέο) + -τος / -ωτος ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανανέωτος | ανανέωτη | ανανέωτο |
| Γενική | ανανέωτου | ανανέωτης | ανανέωτου |
| Αιτιατική | ανανέωτο | ανανέωτη | ανανέωτο |
| Κλητική | ανανέωτε | ανανέωτη | ανανέωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανανέωτοι | ανανέωτες | ανανέωτα |
| Γενική | ανανέωτων | ανανέωτων | ανανέωτων |
| Αιτιατική | ανανέωτους | ανανέωτες | ανανέωτα |
| Κλητική | ανανέωτοι | ανανέωτες | ανανέωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →