αναντίλεκτος
•
- που δεν επιδέχεται αντιλογία ή αντίρρηση, αναμφισβήτητος, ακριβής, σωστός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναντίλεκτος < αν- στερητικό + αντιλέγω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναντίλεκτος | αναντίλεκτη | αναντίλεκτο |
| Γενική | αναντίλεκτου | αναντίλεκτης | αναντίλεκτου |
| Αιτιατική | αναντίλεκτο | αναντίλεκτη | αναντίλεκτο |
| Κλητική | αναντίλεκτε | αναντίλεκτη | αναντίλεκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναντίλεκτοι | αναντίλεκτες | αναντίλεκτα |
| Γενική | αναντίλεκτων | αναντίλεκτων | αναντίλεκτων |
| Αιτιατική | αναντίλεκτους | αναντίλεκτες | αναντίλεκτα |
| Κλητική | αναντίλεκτοι | αναντίλεκτες | αναντίλεκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →