Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναντίστοιχος

/a.nanˈdi.sti.xos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αταίριαστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναντίστοιχος < αν- στερητικό + [[|αντίστοιχος[[

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναντίστοιχοςαναντίστοιχηαναντίστοιχο
Γενικήαναντίστοιχουαναντίστοιχηςαναντίστοιχου
Αιτιατικήαναντίστοιχοαναντίστοιχηαναντίστοιχο
Κλητικήαναντίστοιχεαναντίστοιχηαναντίστοιχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναντίστοιχοιαναντίστοιχεςαναντίστοιχα
Γενικήαναντίστοιχωναναντίστοιχωναναντίστοιχων
Αιτιατικήαναντίστοιχουςαναντίστοιχεςαναντίστοιχα
Κλητικήαναντίστοιχοιαναντίστοιχεςαναντίστοιχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →