αναντίστοιχος
•
- αταίριαστος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναντίστοιχος < αν- στερητικό + [[|αντίστοιχος[[
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναντίστοιχος | αναντίστοιχη | αναντίστοιχο |
| Γενική | αναντίστοιχου | αναντίστοιχης | αναντίστοιχου |
| Αιτιατική | αναντίστοιχο | αναντίστοιχη | αναντίστοιχο |
| Κλητική | αναντίστοιχε | αναντίστοιχη | αναντίστοιχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναντίστοιχοι | αναντίστοιχες | αναντίστοιχα |
| Γενική | αναντίστοιχων | αναντίστοιχων | αναντίστοιχων |
| Αιτιατική | αναντίστοιχους | αναντίστοιχες | αναντίστοιχα |
| Κλητική | αναντίστοιχοι | αναντίστοιχες | αναντίστοιχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →