Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανανταπόδοτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν ανταποδόθηκε ή και που δεν μπορεί να ανταποδοθεί Βικιλεξικό
  2. συντακτικόχαρακτηρισμός σχήματος σε υποθετικές προτάσεις (ανανταπόδοτο σχήμα), όπου σε δύο διαδοχικές υποθετικές προτάσεις παραλείπεται ως ευκόλως εννοούμενη η απόδοση της πρώτης (π.χ. αν προλάβετε το τρένο των 8, αν δεν το προλάβετε θα περιμένω άλλη μία ώρα, δηλαδή θα περιμένω ούτως ή άλλως αν προλάβετε το τρένο των 8, αλλά θα περιμένω αν πάρετε και των 9) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανανταπόδοτος < ελληνιστική κοινή ἀνανταπόδοτος < αρχαία ελληνική ἀνταποδίδωμι < ἀποδίδωμι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανανταπόδοτοςανανταπόδοτηανανταπόδοτο
Γενικήανανταπόδοτουανανταπόδοτηςανανταπόδοτου
Αιτιατικήανανταπόδοτοανανταπόδοτηανανταπόδοτο
Κλητικήανανταπόδοτεανανταπόδοτηανανταπόδοτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανανταπόδοτοιανανταπόδοτεςανανταπόδοτα
Γενικήανανταπόδοτωνανανταπόδοτωνανανταπόδοτων
Αιτιατικήανανταπόδοτουςανανταπόδοτεςανανταπόδοτα
Κλητικήανανταπόδοτοιανανταπόδοτεςανανταπόδοτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →