αναξιοπιστία
•
- η ιδιότητα ατόμου που σε κάνει να μη στηρίζεσαι στις υποσχέσεις του λόγω διαπιστωμένης ασυνέπειας ή και εξαιτίας ανακολουθιών, αντιφατικών δηλώσεών του, πισωγυρισμάτων στη συμπεριφορά του, ψεμάτων κ.λπ. Βικιλεξικό
- Κύριε πρόεδρε, η μάρτυρας άλλαξε τρεις φορές την κατάθεσή της κατά την προανάκριση, είναι πλέον τεκμηριωμένη η αναξιοπιστία της και η μαρτυρία της θα πρέπει να μη ληφθεί υπόψη
Ετυμολογία
αναξιοπιστία < αναξιόπιστος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναξιοπιστία | αναξιοπιστίες |
| Γενική | αναξιοπιστίας | αναξιοπιστιών |
| Αιτιατική | αναξιοπιστία | αναξιοπιστίες |
| Κλητική | αναξιοπιστία | αναξιοπιστίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →