Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναξιοπρέπεια

/a.na.ksi.oˈpre.pi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του αναξιοπρεπούς, η έλλειψη αξιοπρέπειας Βικιλεξικό
    • Η διακοπή του αναπηρικού επιδόματος ή της αναπηρικής σύνταξης πολύ συχνά ισοδυναμεί με καταδίκη και αναξιοπρέπεια. (www.efsyn.gr, 15.10.2014)
  2. ενέργεια ή συμπεριφορά που δείχνει έλλειψη αξιοπρέπειας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναξιοπρέπεια < μεσαιωνική ελληνική ἀναξιοπρέπεια < ελληνιστική κοινή ἀξιοπρέπεια < αρχαία ελληνική ἀξιοπρεπής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναξιοπρέπειααναξιοπρέπειες
Γενικήαναξιοπρέπειαςαναξιοπρεπειών
Αιτιατικήαναξιοπρέπειααναξιοπρέπειες
Κλητικήαναξιοπρέπειααναξιοπρέπειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →