αναξιοπρέπεια
•
- η ιδιότητα του αναξιοπρεπούς, η έλλειψη αξιοπρέπειας Βικιλεξικό
- Η διακοπή του αναπηρικού επιδόματος ή της αναπηρικής σύνταξης πολύ συχνά ισοδυναμεί με καταδίκη και αναξιοπρέπεια. (www.efsyn.gr, 15.10.2014)
- ενέργεια ή συμπεριφορά που δείχνει έλλειψη αξιοπρέπειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναξιοπρέπεια < μεσαιωνική ελληνική ἀναξιοπρέπεια < ελληνιστική κοινή ἀξιοπρέπεια < αρχαία ελληνική ἀξιοπρεπής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναξιοπρέπεια | αναξιοπρέπειες |
| Γενική | αναξιοπρέπειας | αναξιοπρεπειών |
| Αιτιατική | αναξιοπρέπεια | αναξιοπρέπειες |
| Κλητική | αναξιοπρέπεια | αναξιοπρέπειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →