αναξιοσύνη
•
- η αναξιότητα, η ιδιότητα εκείνου που κατά κανόνα πρέπει να είναι άξιος και αποδεικνύεται ότι δεν είναι (π.χ. η αναξιοσύνη κληρικού, πολιτικού ή άλλου λειτουργού) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναξιοσύνη < α στερητικό και αξιοσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναξιοσύνη | αναξιοσύνες |
| Γενική | αναξιοσύνης | αναξιοσυνών |
| Αιτιατική | αναξιοσύνη | αναξιοσύνες |
| Κλητική | αναξιοσύνη | αναξιοσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →