Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπήδηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το σκίρτημα, το τίναγμα, η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναπηδώ Βικιλεξικό
  2. επίσημο, το τζάμπολ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναπήδηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναπήδησις + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε ανα-πηδώ, αναπηδ -ηση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναπήδησηαναπηδήσεις
Γενικήαναπήδησηςαναπηδήσεων
Αιτιατικήαναπήδησηαναπηδήσεις
Κλητικήαναπήδησηαναπηδήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →