Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπαιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μετρικήο σχετικός με το μέτρο, το ρυθμό του ανάπαιστου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναπαιστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναπαιστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπαιστικόςαναπαιστικήαναπαιστικό
Γενικήαναπαιστικούαναπαιστικήςαναπαιστικού
Αιτιατικήαναπαιστικόαναπαιστικήαναπαιστικό
Κλητικήαναπαιστικέαναπαιστικήαναπαιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπαιστικοίαναπαιστικέςαναπαιστικά
Γενικήαναπαιστικώναναπαιστικώναναπαιστικών
Αιτιατικήαναπαιστικούςαναπαιστικέςαναπαιστικά
Κλητικήαναπαιστικοίαναπαιστικέςαναπαιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →