Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπαλαίωση

/a.na.paˈle.o.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναπαλαιώνω Κάτι παλαιό το αναμορφώνω με τα χαρακτηριστικά και την εμφάνιση που είχε όταν ήταν νέο. Βικιλεξικό
    • : Στο εξωτερικό υπάρχουν δεκάδες σύλλογοι που αναπαλαιώνουν και διατηρούν ιστορικά στρατιωτικά οχήματα. Από το 1985 στην Ελλάδα υπάρχει ο Σύλλογος Διατηρήσεως Ιστορικών Οχημάτων με σκοπό την αναζήτηση, την περισυλλογή, την αναπαλαίωση και τη διατήρηση αντιπροσωπευτικών οχημάτων που χρησιμοποιήθηκαν από τον Ελληνικό Στρατό την περίοδο 1940 - 1960. (*)
  2. κατ’ επέκτασηαποκατάσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναπαλαίωση < καθαρεύουσα ἀναπαλαίω(σις) + -ση < (αναδρομικός σχηματισμός) αναπαλαιώνω. Συγχρονικά αναλύεται σε ανα-, αρχαία ελληνική ἀνά + παλαίωσις < παλαιόω < παλαιός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναπαλαίωσηαναπαλαιώσεις
Γενικήαναπαλαίωσηςαναπαλαιώσεων
Αιτιατικήαναπαλαίωσηαναπαλαιώσεις
Κλητικήαναπαλαίωσηαναπαλαιώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →