αναπαλλοτρίωτος
•
- που δεν μπορεί το κράτος να πάρει για δημόσια χρήση από κάποιον χωρίς τη συμφωνία του, ακόμα κι αν του προσφέρει κατάλληλη αποζημίωση, που δεν μπορεί να απαλλοτριωθεί Βικιλεξικό
- που δεν μπορεί να αφαιρεθεί από κάποιον (κυρίως για θεμέλιο δικαίωμα) δηλαδή αναφαίρετο Βικιλεξικό
- το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα στη ζωή
Ετυμολογία
αναπαλλοτρίωτος < ελληνιστική ἀναπαλλοτρίωτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπαλλοτρίωτος | αναπαλλοτρίωτη | αναπαλλοτρίωτο |
| Γενική | αναπαλλοτρίωτου | αναπαλλοτρίωτης | αναπαλλοτρίωτου |
| Αιτιατική | αναπαλλοτρίωτο | αναπαλλοτρίωτη | αναπαλλοτρίωτο |
| Κλητική | αναπαλλοτρίωτε | αναπαλλοτρίωτη | αναπαλλοτρίωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπαλλοτρίωτοι | αναπαλλοτρίωτες | αναπαλλοτρίωτα |
| Γενική | αναπαλλοτρίωτων | αναπαλλοτρίωτων | αναπαλλοτρίωτων |
| Αιτιατική | αναπαλλοτρίωτους | αναπαλλοτρίωτες | αναπαλλοτρίωτα |
| Κλητική | αναπαλλοτρίωτοι | αναπαλλοτρίωτες | αναπαλλοτρίωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →