Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπαλλοτρίωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορεί το κράτος να πάρει για δημόσια χρήση από κάποιον χωρίς τη συμφωνία του, ακόμα κι αν του προσφέρει κατάλληλη αποζημίωση, που δεν μπορεί να απαλλοτριωθεί Βικιλεξικό
  2. που δεν μπορεί να αφαιρεθεί από κάποιον (κυρίως για θεμέλιο δικαίωμα) δηλαδή αναφαίρετο Βικιλεξικό
    • το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα στη ζωή

Ετυμολογία

αναπαλλοτρίωτος < ελληνιστική ἀναπαλλοτρίωτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπαλλοτρίωτοςαναπαλλοτρίωτηαναπαλλοτρίωτο
Γενικήαναπαλλοτρίωτουαναπαλλοτρίωτηςαναπαλλοτρίωτου
Αιτιατικήαναπαλλοτρίωτοαναπαλλοτρίωτηαναπαλλοτρίωτο
Κλητικήαναπαλλοτρίωτεαναπαλλοτρίωτηαναπαλλοτρίωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπαλλοτρίωτοιαναπαλλοτρίωτεςαναπαλλοτρίωτα
Γενικήαναπαλλοτρίωτωναναπαλλοτρίωτωναναπαλλοτρίωτων
Αιτιατικήαναπαλλοτρίωτουςαναπαλλοτρίωτεςαναπαλλοτρίωτα
Κλητικήαναπαλλοτρίωτοιαναπαλλοτρίωτεςαναπαλλοτρίωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →